協調介入
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συντονισμένη παρέμβαση, κοινή παρέμβαση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 協調介入する
- Παρόν (ευγενικό)
- 協調介入します
- Άρνηση (απλή)
- 協調介入しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 協調介入しません
- Παρελθόν (απλό)
- 協調介入した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 協調介入しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 協調介入しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 協調介入しませんでした
- Τε-μορφή
- 協調介入して
- Δυνητική
- 協調介入できる
- Προστακτική
- 協調介入しろ
- Βουλητική
- 協調介入しよう
- Υποθετική (ば)
- 協調介入すれば
- Υποθετική (たら)
- 協調介入したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 協調介入したい
- Απαγορευτική (~な)
- 協調介入するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 協調介入しなさい
- Παθητική
- 協調介入される
- Αιτιατική
- 協調介入させる