単たん位い

ουσιαστικό, επίθημα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μονάδα (π.χ. μέτρα, γραμμάρια κ.λπ.), μέτρο
  2. 02 μονάδα (που αποτελείται από πολλά μέρη), ομάδα, σύνολο
  3. 03 πιστωτική μονάδα (σε σχολείο, πανεπιστήμιο κ.λπ.), βαθμός
  4. 04 επίθημα ανά, κατά, σε μονάδες, σε ομάδες, σε ποσότητες, κάθε

Παραδείγματα

  • 私わたしは大学だいがくで単位たんいを取とります。

    Παίρνω μονάδες (μαθήματα) στο πανεπιστήμιο.

  • 長ながさの国際的こくさいてきな単位たんいはメートルです。

    Η διεθνής μονάδα μέτρησης για το μήκος είναι το μέτρο.

  • 全体ぜんたいをいくつかの単位たんいに分わけて考かんがえると、より理解りかいしやすくなります。

    Αν δούμε το σύνολο διαιρώντας το σε επιμέρους μονάδες, γίνεται πιο εύκολο να το κατανοήσουμε.