はく

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κερδίζω, αποκτώ, εισπράττω
  2. 02 διαδίδω (το όνομα κάποιου, κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
博す
Παρόν (ευγενικό)
博します
Άρνηση (απλή)
博さない
Άρνηση (ευγενική)
博しません
Παρελθόν (απλό)
博した
Παρελθόν (ευγενικό)
博しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
博さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
博しませんでした
Τε-μορφή
博して
Δυνητική
博せる
Προστακτική
博せ
Βουλητική
博そう
Υποθετική (ば)
博せば