ぼくする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προβλέπω το μέλλον (κάποιου), μαντεύω
  2. 02 επιλέγω, εγκαθίσταμαι (σε ένα μέρος για κατοικία), καθορίζω (την κατοικία κάποιου)

Κλίση

Παρόν (απλό)
卜する
Παρόν (ευγενικό)
卜します
Άρνηση (απλή)
卜しない
Άρνηση (ευγενική)
卜しません
Παρελθόν (απλό)
卜した
Παρελθόν (ευγενικό)
卜しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
卜しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
卜しませんでした
Τε-μορφή
卜して
Δυνητική
卜できる
Προστακτική
卜しろ
Βουλητική
卜しよう
Υποθετική (ば)
卜すれば