ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αρχαϊκό καταλαμβάνω, κατέχω, κυριαρχώ, αποτελώ ποσοστό

Κλίση

Παρόν (απλό)
占む
Παρόν (ευγενικό)
占みます
Άρνηση (απλή)
占まない
Άρνηση (ευγενική)
占みません
Παρελθόν (απλό)
占んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
占みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
占まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
占みませんでした
Τε-μορφή
占んで
Δυνητική
占める
Προστακτική
占め
Βουλητική
占もう
Υποθετική (ば)
占めば