占しめる

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποτελώ, αντιπροσωπεύω, καταλαμβάνω
  2. 02 καταλαμβάνω (έναν τόπο, θέση κ.λπ.), κατέχω (έναν βαθμό, μια θέση κ.λπ.)
  3. 03 απασχολώ (το μυαλό, την καρδιά κ.λπ.), βαραίνω (το μυαλό), κυριεύω (π.χ. την καρδιά)
  4. 04 κερδίζω, αποκτώ, εξασφαλίζω

Παραδείγματα

  • 彼かれは会議かいぎで重要じゅうような役割やくわりを占しめます。

    Κατέχει σημαντικό ρόλο στη συνάντηση.

  • この製品せいひんは国内こくないの市場しじょうで大おおきなシェアを占しめています。

    Το προϊόν αυτό κατέχει μεγάλο μερίδιο στην εγχώρια αγορά.

  • 現代げんだいの社会しゃかいでは、スマートフォンの存在そんざいが我々われわれの生活せいかつに不可欠ふかけつな位置いちを占しめるようになりました。

    Στη σύγχρονη κοινωνία, τα smartphones έχουν αρχίσει να κατέχουν μια απαραίτητη θέση στη ζωή μας.

Κλίση

Παρόν (απλό)
占める
Παρόν (ευγενικό)
占めます
Άρνηση (απλή)
占めない
Άρνηση (ευγενική)
占めません
Παρελθόν (απλό)
占めた
Παρελθόν (ευγενικό)
占めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
占めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
占めませんでした
Τε-μορφή
占めて
Δυνητική
占められる
Προστακτική
占めろ
Βουλητική
占めよう
Υποθετική (ば)
占めれば