せんきょ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κατάληψη συγκεκριμένου χώρου

Κλίση

Παρόν (απλό)
占居する
Παρόν (ευγενικό)
占居します
Άρνηση (απλή)
占居しない
Άρνηση (ευγενική)
占居しません
Παρελθόν (απλό)
占居した
Παρελθόν (ευγενικό)
占居しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
占居しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
占居しませんでした
Τε-μορφή
占居して
Δυνητική
占居できる
Προστακτική
占居しろ
Βουλητική
占居しよう
Υποθετική (ば)
占居すれば