せんぜい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μαντεία (με χρήση μαντικών ξυλακίων)

Κλίση

Παρόν (απλό)
占筮する
Παρόν (ευγενικό)
占筮します
Άρνηση (απλή)
占筮しない
Άρνηση (ευγενική)
占筮しません
Παρελθόν (απλό)
占筮した
Παρελθόν (ευγενικό)
占筮しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
占筮しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
占筮しませんでした
Τε-μορφή
占筮して
Δυνητική
占筮できる
Προστακτική
占筮しろ
Βουλητική
占筮しよう
Υποθετική (ば)
占筮すれば