印す
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αφήνω σημάδι, ίχνος κ.λπ., τυπώνω, σφραγίζω
- 02 αρχαϊκό αποτελώ ένδειξη για κάτι, αποτελώ οιωνό για κάτι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 印す
- Παρόν (ευγενικό)
- 印します
- Άρνηση (απλή)
- 印さない
- Άρνηση (ευγενική)
- 印しません
- Παρελθόν (απλό)
- 印した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 印しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 印さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 印しませんでした
- Τε-μορφή
- 印して
- Δυνητική
- 印せる
- Προστακτική
- 印せ
- Βουλητική
- 印そう
- Υποθετική (ば)
- 印せば
- Υποθετική (たら)
- 印したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 印したい
- Απαγορευτική (~な)
- 印すな
- Προστακτική (ευγενική)
- 印しなさい
- Παθητική
- 印される
- Αιτιατική
- 印させる