いんしょうける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εντυπωσιάζω, προκαλώ εντύπωση (σε κάποιον)

Κλίση

Παρόν (απλό)
印象付ける
Παρόν (ευγενικό)
印象付けます
Άρνηση (απλή)
印象付けない
Άρνηση (ευγενική)
印象付けません
Παρελθόν (απλό)
印象付けた
Παρελθόν (ευγενικό)
印象付けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
印象付けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
印象付けませんでした
Τε-μορφή
印象付けて
Δυνητική
印象付けられる
Προστακτική
印象付けろ
Βουλητική
印象付けよう
Υποθετική (ば)
印象付ければ