だっする

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ξεφεύγω από τον κίνδυνο

Κλίση

Παρόν (απλό)
危機を脱する
Παρόν (ευγενικό)
危機を脱します
Άρνηση (απλή)
危機を脱しない
Άρνηση (ευγενική)
危機を脱しません
Παρελθόν (απλό)
危機を脱した
Παρελθόν (ευγενικό)
危機を脱しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
危機を脱しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
危機を脱しませんでした
Τε-μορφή
危機を脱して
Δυνητική
危機を脱できる
Προστακτική
危機を脱しろ
Βουλητική
危機を脱しよう
Υποθετική (ば)
危機を脱すれば