危殆に瀕する
ρήμα, άλλο | Μετάφραση από JMdict
- 01 αντιμετωπίζω κίνδυνο, περιέρχομαι σε κρίση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 危殆に瀕する
- Παρόν (ευγενικό)
- 危殆に瀕します
- Άρνηση (απλή)
- 危殆に瀕しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 危殆に瀕しません
- Παρελθόν (απλό)
- 危殆に瀕した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 危殆に瀕しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 危殆に瀕しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 危殆に瀕しませんでした
- Τε-μορφή
- 危殆に瀕して
- Δυνητική
- 危殆に瀕できる
- Προστακτική
- 危殆に瀕しろ
- Βουλητική
- 危殆に瀕しよう
- Υποθετική (ば)
- 危殆に瀕すれば
- Υποθετική (たら)
- 危殆に瀕したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 危殆に瀕したい
- Απαγορευτική (~な)
- 危殆に瀕するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 危殆に瀕しなさい
- Παθητική
- 危殆に瀕される
- Αιτιατική
- 危殆に瀕させる