即決
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 άμεση απόφαση, στιγμιαία απόφαση, απόφαση επί τόπου, παρορμητική απόφαση
- 02 συνοπτική κρίση, συνοπτική δικαστική απόφαση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 即決する
- Παρόν (ευγενικό)
- 即決します
- Άρνηση (απλή)
- 即決しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 即決しません
- Παρελθόν (απλό)
- 即決した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 即決しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 即決しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 即決しませんでした
- Τε-μορφή
- 即決して
- Δυνητική
- 即決できる
- Προστακτική
- 即決しろ
- Βουλητική
- 即決しよう
- Υποθετική (ば)
- 即決すれば
- Υποθετική (たら)
- 即決したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 即決したい
- Απαγορευτική (~な)
- 即決するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 即決しなさい
- Παθητική
- 即決される
- Αιτιατική
- 即決させる