そっこう

ουσιαστικό, ρήμα, επίρρημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 άμεση υλοποίηση (σχεδίου)
  2. 02 καθομιλουμένη αμέσως, δίχως καθυστέρηση, άμεσα

Κλίση

Παρόν (απλό)
即行する
Παρόν (ευγενικό)
即行します
Άρνηση (απλή)
即行しない
Άρνηση (ευγενική)
即行しません
Παρελθόν (απλό)
即行した
Παρελθόν (ευγενικό)
即行しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
即行しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
即行しませんでした
Τε-μορφή
即行して
Δυνητική
即行できる
Προστακτική
即行しろ
Βουλητική
即行しよう
Υποθετική (ば)
即行すれば