卸す
ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict
- 01 πουλάω χονδρικώς
- 02 τρίβω (π.χ. λαχανικά)
- 03 τεμαχίζω ψάρι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 卸す
- Παρόν (ευγενικό)
- 卸します
- Άρνηση (απλή)
- 卸さない
- Άρνηση (ευγενική)
- 卸しません
- Παρελθόν (απλό)
- 卸した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 卸しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 卸さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 卸しませんでした
- Τε-μορφή
- 卸して
- Δυνητική
- 卸せる
- Προστακτική
- 卸せ
- Βουλητική
- 卸そう
- Υποθετική (ば)
- 卸せば
- Υποθετική (たら)
- 卸したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 卸したい
- Απαγορευτική (~な)
- 卸すな
- Προστακτική (ευγενική)
- 卸しなさい
- Παθητική
- 卸される
- Αιτιατική
- 卸させる