やくばら

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εξορκισμός, τελετουργικός καθαρμός από κακόβουλη επιρροή
  2. 02 εξορκισμός που πραγματοποιείται από πόρτα σε πόρτα, με αντάλλαγμα φασόλια και χρήματα (την παραμονή της Πρωτοχρονιάς ή κατά το Σετσουμπούν)

Κλίση

Παρόν (απλό)
厄払いする
Παρόν (ευγενικό)
厄払いします
Άρνηση (απλή)
厄払いしない
Άρνηση (ευγενική)
厄払いしません
Παρελθόν (απλό)
厄払いした
Παρελθόν (ευγενικό)
厄払いしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
厄払いしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
厄払いしませんでした
Τε-μορφή
厄払いして
Δυνητική
厄払いできる
Προστακτική
厄払いしろ
Βουλητική
厄払いしよう
Υποθετική (ば)
厄払いすれば