あつしょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 έντονο μακιγιάζ, βαρύ μακιγιάζ

Κλίση

Παρόν (απλό)
厚化粧する
Παρόν (ευγενικό)
厚化粧します
Άρνηση (απλή)
厚化粧しない
Άρνηση (ευγενική)
厚化粧しません
Παρελθόν (απλό)
厚化粧した
Παρελθόν (ευγενικό)
厚化粧しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
厚化粧しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
厚化粧しませんでした
Τε-μορφή
厚化粧して
Δυνητική
厚化粧できる
Προστακτική
厚化粧しろ
Βουλητική
厚化粧しよう
Υποθετική (ば)
厚化粧すれば