Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
原子力発電
げんしりょくはつでん
原
原
げん
子
し
力
りょく
発
はつ
電
でん
ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
πυρηνική ηλεκτροπαραγωγή, παραγωγή πυρηνικής ενέργειας