いと

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δυσφορώ για κάτι, αποφεύγω να κάνω κάτι, τσιγκουνεύομαι να κάνω κάτι, λυπάμαι τον κόπο μου, έχω βαρεθεί κάτι, αποφεύγω, απεχθάνομαι, μισώ μια δραστηριότητα ή ένα περιβάλλον
  2. 02 φροντίζω επιμελώς κάποιον ή κάτι

Κλίση

Παρόν (απλό)
厭う
Παρόν (ευγενικό)
厭います
Άρνηση (απλή)
厭わない
Άρνηση (ευγενική)
厭いません
Παρελθόν (απλό)
厭った
Παρελθόν (ευγενικό)
厭いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
厭わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
厭いませんでした
Τε-μορφή
厭って
Δυνητική
厭える
Προστακτική
厭え
Βουλητική
厭おう
Υποθετική (ば)
厭えば