厳めしい
επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα αυστηρός, σοβαρός, λιτός, επιβλητικός, αξιοπρεπής, υπολογίσιμος, κατανυκτικός, μεγαλοπρεπής
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα αυστηρός (π.χ. ασφάλεια), σκληρός, σταθερός, άκαμπτος, αυστηρός
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 厳めしい
- Παρόν (ευγενικό)
- 厳めしいです
- Άρνηση (απλή)
- 厳めしくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 厳めしくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 厳めしかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 厳めしかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 厳めしくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 厳めしくなかったです
- Τε-μορφή
- 厳めしくて
- Υποθετική (ば)
- 厳めしければ
- Υποθετική (たら)
- 厳めしかったら