きょせい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ευνουχισμός, στείρωση
  2. 02 εξασθένιση, αποδυνάμωση, εξημέρωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
去勢する
Παρόν (ευγενικό)
去勢します
Άρνηση (απλή)
去勢しない
Άρνηση (ευγενική)
去勢しません
Παρελθόν (απλό)
去勢した
Παρελθόν (ευγενικό)
去勢しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
去勢しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
去勢しませんでした
Τε-μορφή
去勢して
Δυνητική
去勢できる
Προστακτική
去勢しろ
Βουλητική
去勢しよう
Υποθετική (ば)
去勢すれば