さんずる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ταπεινό έρχομαι, πηγαίνω
  2. 02 συμμετέχω
  3. 03 ασκώ τον διαλογισμό Ζεν

Κλίση

Παρόν (απλό)
参ずる
Παρόν (ευγενικό)
参ずます
Άρνηση (απλή)
参ずない
Άρνηση (ευγενική)
参ずません
Παρελθόν (απλό)
参ずた
Παρελθόν (ευγενικό)
参ずました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
参ずなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
参ずませんでした
Τε-μορφή
参ずて
Δυνητική
参ずられる
Προστακτική
参ずろ
Βουλητική
参ずよう
Υποθετική (ば)
参ずれば