参る
ρήμα | N4 | Μετάφραση από JMdict
- 01 ταπεινό συνήθως γραμμένο με κάνα πηγαίνω, έρχομαι, επισκέπτομαι
- 02 ηττώμαι, καταρρέω, πεθαίνω
- 03 ενοχλούμαι, αμηχανώ
- 04 είμαι τρελά ερωτευμένος
- 05 επισκέπτομαι (π.χ. ναό, τάφο)
Παραδείγματα
-
お寺へ参ります。
Θα πάω στον ναό.
-
明日、先生のお宅へ参ります。
Αύριο θα πάω στο σπίτι του δασκάλου.
-
連日の猛暑で、体調が参ってしまいました。
Με τον συνεχή καύσωνα, η υγεία μου έχει επιβαρυνθεί πολύ.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 参る
- Παρόν (ευγενικό)
- 参ります
- Άρνηση (απλή)
- 参らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 参りません
- Παρελθόν (απλό)
- 参った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 参りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 参らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 参りませんでした
- Τε-μορφή
- 参って
- Δυνητική
- 参れる
- Προστακτική
- 参れ
- Βουλητική
- 参ろう
- Υποθετική (ば)
- 参れば
- Υποθετική (たら)
- 参ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 参りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 参るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 参りなさい
- Παθητική
- 参られる
- Αιτιατική
- 参らせる