さんどう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επίσκεψη σε ιερό
  2. 02 επίσημο επίσκεψη σε οικία

Κλίση

Παρόν (απλό)
参堂する
Παρόν (ευγενικό)
参堂します
Άρνηση (απλή)
参堂しない
Άρνηση (ευγενική)
参堂しません
Παρελθόν (απλό)
参堂した
Παρελθόν (ευγενικό)
参堂しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
参堂しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
参堂しませんでした
Τε-μορφή
参堂して
Δυνητική
参堂できる
Προστακτική
参堂しろ
Βουλητική
参堂しよう
Υποθετική (ば)
参堂すれば