さんせい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συμμετοχή στα κοινά, δικαίωμα ψήφου, ψηφοφορία

Κλίση

Παρόν (απλό)
参政する
Παρόν (ευγενικό)
参政します
Άρνηση (απλή)
参政しない
Άρνηση (ευγενική)
参政しません
Παρελθόν (απλό)
参政した
Παρελθόν (ευγενικό)
参政しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
参政しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
参政しませんでした
Τε-μορφή
参政して
Δυνητική
参政できる
Προστακτική
参政しろ
Βουλητική
参政しよう
Υποθετική (ば)
参政すれば