さん殿でん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επίσκεψη σε παλάτι

Κλίση

Παρόν (απλό)
参殿する
Παρόν (ευγενικό)
参殿します
Άρνηση (απλή)
参殿しない
Άρνηση (ευγενική)
参殿しません
Παρελθόν (απλό)
参殿した
Παρελθόν (ευγενικό)
参殿しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
参殿しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
参殿しませんでした
Τε-μορφή
参殿して
Δυνητική
参殿できる
Προστακτική
参殿しろ
Βουλητική
参殿しよう
Υποθετική (ば)
参殿すれば