さんかく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συμμετοχή (σε σχεδιασμό)

Κλίση

Παρόν (απλό)
参画する
Παρόν (ευγενικό)
参画します
Άρνηση (απλή)
参画しない
Άρνηση (ευγενική)
参画しません
Παρελθόν (απλό)
参画した
Παρελθόν (ευγενικό)
参画しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
参画しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
参画しませんでした
Τε-μορφή
参画して
Δυνητική
参画できる
Προστακτική
参画しろ
Βουλητική
参画しよう
Υποθετική (ば)
参画すれば