参看
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 επίσημο παραπομπή (π.χ. σε λεξικό, απόσπασμα, υποσημειώσεις), διαβούλευση, σύγκριση
- 02 απαρχαιωμένο επίσκεψη, επιθεώρηση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 参看する
- Παρόν (ευγενικό)
- 参看します
- Άρνηση (απλή)
- 参看しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 参看しません
- Παρελθόν (απλό)
- 参看した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 参看しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 参看しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 参看しませんでした
- Τε-μορφή
- 参看して
- Δυνητική
- 参看できる
- Προστακτική
- 参看しろ
- Βουλητική
- 参看しよう
- Υποθετική (ば)
- 参看すれば
- Υποθετική (たら)
- 参看したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 参看したい
- Απαγορευτική (~な)
- 参看するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 参看しなさい
- Παθητική
- 参看される
- Αιτιατική
- 参看させる