また

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μοναδικός, αξεπέραστος, ανεπανάληπτος, ασύγκριτος, που δεν θα ξανασυμβεί

Κλίση

Παρόν (απλό)
又無い
Παρόν (ευγενικό)
又無いです
Άρνηση (απλή)
又無くない
Άρνηση (ευγενική)
又無くないです
Παρελθόν (απλό)
又無かった
Παρελθόν (ευγενικό)
又無かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
又無くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
又無くなかったです
Τε-μορφή
又無くて
Υποθετική (ば)
又無ければ