およぼす

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ασκώ (επιρροή), προκαλώ (π.χ. ζημιά), επιφέρω (π.χ. οφέλη), εκτείνω, έχω επίπτωση (σε)

Κλίση

Παρόν (απλό)
及ぼす
Παρόν (ευγενικό)
及ぼします
Άρνηση (απλή)
及ぼさない
Άρνηση (ευγενική)
及ぼしません
Παρελθόν (απλό)
及ぼした
Παρελθόν (ευγενικό)
及ぼしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
及ぼさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
及ぼしませんでした
Τε-μορφή
及ぼして
Δυνητική
及ぼせる
Προστακτική
及ぼせ
Βουλητική
及ぼそう
Υποθετική (ば)
及ぼせば