とも

ουσιαστικό | N3 | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: ゆう

  1. 01 φίλος, σύντροφος, συνοδοιπόρος, κολλητός
  2. 02 συνοδεία, συνοδευτικό (π.χ. βιβλίο), συμπλήρωμα, αξεσουάρ, εξάρτημα

Παραδείγματα

  • わたしにはともがいます。

    Έχω έναν φίλο.

  • おさなころからのともと、ひさしぶりにいました。

    Συνάντησα έναν παιδικό μου φίλο μετά από πολύ καιρό.

  • こまったときささえるともがいることは、人生じんせいにおいてなによりも心強こころづよいものです。

    Το να έχεις φίλους που μπορείτε να στηρίζεστε ο ένας στον άλλον στις δύσκολες στιγμές, είναι ό,τι πιο καθησυχαστικό υπάρχει στη ζωή.