ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στρεβλώνω, κυρτώνω, τοξώνω, κάμπτω
  2. 02 κάμπτω προς τα πίσω (σώμα ή μέλος του σώματος, π.χ. δάχτυλα)

Κλίση

Παρόν (απλό)
反る
Παρόν (ευγενικό)
反ります
Άρνηση (απλή)
反らない
Άρνηση (ευγενική)
反りません
Παρελθόν (απλό)
反った
Παρελθόν (ευγενικό)
反りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
反らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
反りませんでした
Τε-μορφή
反って
Δυνητική
反れる
Προστακτική
反れ
Βουλητική
反ろう
Υποθετική (ば)
反れば