はんそく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φάουλ, παράβαση των κανόνων
  2. 02 παραβίαση (του νόμου, κανονισμών κ.λπ.), παραβίαση, παράβαση, πλημμέλημα

Παραδείγματα

  • それは反則はんそくです。

    Αυτό είναι φάουλ.

  • 試合中しあいちゅう反則はんそくすると、罰金ばっきんがあります。

    Αν κάνεις φάουλ κατά τη διάρκεια του αγώνα, υπάρχει πρόστιμο.

  • かれ行為こういあきらかに倫理規定りんりきていたいする反則はんそくであり、きびしい処分しょぶんくだされるでしょう。

    Η πράξη του ήταν σαφώς παράβαση του κώδικα δεοντολογίας και πιθανότατα θα του επιβληθεί αυστηρή ποινή.

Κλίση

Παρόν (απλό)
反則する
Παρόν (ευγενικό)
反則します
Άρνηση (απλή)
反則しない
Άρνηση (ευγενική)
反則しません
Παρελθόν (απλό)
反則した
Παρελθόν (ευγενικό)
反則しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
反則しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
反則しませんでした
Τε-μορφή
反則して
Δυνητική
反則できる
Προστακτική
反則しろ
Βουλητική
反則しよう
Υποθετική (ば)
反則すれば