はんれい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αντιστρόφως ανάλογη σχέση

Κλίση

Παρόν (απλό)
反比例する
Παρόν (ευγενικό)
反比例します
Άρνηση (απλή)
反比例しない
Άρνηση (ευγενική)
反比例しません
Παρελθόν (απλό)
反比例した
Παρελθόν (ευγενικό)
反比例しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
反比例しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
反比例しませんでした
Τε-μορφή
反比例して
Δυνητική
反比例できる
Προστακτική
反比例しろ
Βουλητική
反比例しよう
Υποθετική (ば)
反比例すれば