反はん省せい

ουσιαστικό, ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναστοχασμός, επανεξέταση, ενδοσκόπηση, διαλογισμός, περισυλλογή
  2. 02 μετάνοια, τύψεις, λύπη, μεταμέλεια

Παραδείγματα

  • 自分じぶんの過あやまちを反省はんせいします。

    Μετανιώνω για το λάθος μου.

  • 失敗しっぱいから学まなぶために、しっかりと反省はんせいすることが大切たいせつです。

    Για να μάθουμε από τα λάθη μας, είναι σημαντικό να κάνουμε ουσιαστική αυτοκριτική.

  • あの失敗しっぱいを糧かてに、次つぎに生いかすためにも、日々ひび反省はんせいの念ねんを忘わすれてはなりません。

    Πρέπει να κάνουμε καθημερινά την αυτοκριτική μας, ώστε να μάθουμε από αυτή την αποτυχία και να την αξιοποιήσουμε στο μέλλον.

Κλίση

Παρόν (απλό)
反省する
Παρόν (ευγενικό)
反省します
Άρνηση (απλή)
反省しない
Άρνηση (ευγενική)
反省しません
Παρελθόν (απλό)
反省した
Παρελθόν (ευγενικό)
反省しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
反省しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
反省しませんでした
Τε-μορφή
反省して
Δυνητική
反省できる
Προστακτική
反省しろ
Βουλητική
反省しよう
Υποθετική (ば)
反省すれば