はんらく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αντιδραστική πτώση (π.χ. στις τιμές των μετοχών)

Κλίση

Παρόν (απλό)
反落する
Παρόν (ευγενικό)
反落します
Άρνηση (απλή)
反落しない
Άρνηση (ευγενική)
反落しません
Παρελθόν (απλό)
反落した
Παρελθόν (ευγενικό)
反落しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
反落しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
反落しませんでした
Τε-μορφή
反落して
Δυνητική
反落できる
Προστακτική
反落しろ
Βουλητική
反落しよう
Υποθετική (ば)
反落すれば