おさまる

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χωράω, ταιριάζω, περιλαμβάνομαι, εντάσσομαι (π.χ. σε προϋπολογισμό)
  2. 02 εγκαθίσταμαι, τοποθετούμαι, επανέρχομαι (στην αρχική θέση)
  3. 03 ειδικά ως 納まる εγκαθίσταμαι (σε θέση), αναλαμβάνω (θέση), κατέχω (ρόλο)
  4. 04 παραδίδομαι, πληρώνομαι (π.χ. φόροι)
  5. 05 διευθετούμαι, λύνομαι (π.χ. διαφωνία), κοπάζω (π.χ. άνεμος), ηρεμώ, υποχωρώ
  6. 06 ικανοποιούμαι (π.χ. με απάντηση), συναινώ, συμφωνώ

Παραδείγματα

  • かぜおさまる

    Ο αέρας κοπάζει.

  • この荷物にもつくるまのトランクにちゃんとおさまるだろうか。

    Θα χωρέσουν αυτές οι αποσκευές στο πορτμπαγκάζ του αυτοκινήτου;

  • 長年ながねん対立たいりつが、話し合いはなしあいによってようやく円満えんまんおさまった

    Η μακροχρόνια αντιπαράθεση επιτέλους διευθετήθηκε ειρηνικά, μετά από συζητήσεις.

Κλίση

Παρόν (απλό)
収まる
Παρόν (ευγενικό)
収まります
Άρνηση (απλή)
収まらない
Άρνηση (ευγενική)
収まりません
Παρελθόν (απλό)
収まった
Παρελθόν (ευγενικό)
収まりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
収まらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
収まりませんでした
Τε-μορφή
収まって
Δυνητική
収まれる
Προστακτική
収まれ
Βουλητική
収まろう
Υποθετική (ば)
収まれば