おさめる

ρήμα, επίθημα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βάζω (μέσα), τοποθετώ (μέσα), αποθηκεύω, επαναφέρω (στη θέση του)
  2. 02 συμπεριλαμβάνω (σε ανθολογία, κατάλογο κ.λπ.), περιέχω, δημοσιεύω (σε), αποτυπώνω (σε φιλμ)
  3. 03 επιτυγχάνω (αποτελέσματα, επιτυχία κ.λπ.), αποκτώ, λαμβάνω, κερδίζω, αποκομίζω (κέρδος)
  4. 04 πληρώνω (τέλη, φόρους κ.λπ.), παραδίδω, προμηθεύω
  5. 05 δέχομαι (δώρο ή χρήματα)
  6. 06 διατηρώ (εντός ορίου)
  7. 07 προσφέρω (σε ιερό, θεότητα κ.λπ.), αφιερώνω
  8. 08 υποτάσσω, καταστέλλω, διευθετώ
  9. 09 επίθημα τελειώνω, ολοκληρώνω, περατώνω, φέρνω σε πέρας

Παραδείγματα

  • ほんたなおさめます

    Βάλε το βιβλίο στο ράφι.

  • かれ優秀ゆうしゅう成績せいせきおさめました

    Πέτυχε εξαιρετικά αποτελέσματα.

  • かれ国民こくみん信頼しんらいおさめ、くに安定あんていさせました。

    Κέρδισε την εμπιστοσύνη του λαού και σταθεροποίησε τη χώρα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
収める
Παρόν (ευγενικό)
収めます
Άρνηση (απλή)
収めない
Άρνηση (ευγενική)
収めません
Παρελθόν (απλό)
収めた
Παρελθόν (ευγενικό)
収めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
収めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
収めませんでした
Τε-μορφή
収めて
Δυνητική
収められる
Προστακτική
収めろ
Βουλητική
収めよう
Υποθετική (ば)
収めれば