しゅうよう

ουσιαστικό, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στέγαση, φιλοξενία, υποδοχή, εισαγωγή (ασθενών, μαθητών, κ.λπ.)
  2. 02 φυλάκιση, κράτηση, εγκλεισμός
  3. 03 συμπερίληψη (π.χ. λέξεων σε λεξικό), προσθήκη

Κλίση

Παρόν (απλό)
収容する
Παρόν (ευγενικό)
収容します
Άρνηση (απλή)
収容しない
Άρνηση (ευγενική)
収容しません
Παρελθόν (απλό)
収容した
Παρελθόν (ευγενικό)
収容しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
収容しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
収容しませんでした
Τε-μορφή
収容して
Δυνητική
収容できる
Προστακτική
収容しろ
Βουλητική
収容しよう
Υποθετική (ば)
収容すれば