しゅうろく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καταγραφή (σε βιβλίο, πρακτικά κ.λπ.), εκτύπωση, συμπερίληψη
  2. 02 εγγραφή (ήχου ή βίντεο)

Κλίση

Παρόν (απλό)
収録する
Παρόν (ευγενικό)
収録します
Άρνηση (απλή)
収録しない
Άρνηση (ευγενική)
収録しません
Παρελθόν (απλό)
収録した
Παρελθόν (ευγενικό)
収録しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
収録しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
収録しませんでした
Τε-μορφή
収録して
Δυνητική
収録できる
Προστακτική
収録しろ
Βουλητική
収録しよう
Υποθετική (ば)
収録すれば