しゅうこつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συλλογή οστών και λειψάνων (π.χ. σε πεδίο μάχης)
  2. 02 τοποθέτηση της τέφρας σε τεφροδόχο

Κλίση

Παρόν (απλό)
収骨する
Παρόν (ευγενικό)
収骨します
Άρνηση (απλή)
収骨しない
Άρνηση (ευγενική)
収骨しません
Παρελθόν (απλό)
収骨した
Παρελθόν (ευγενικό)
収骨しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
収骨しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
収骨しませんでした
Τε-μορφή
収骨して
Δυνητική
収骨できる
Προστακτική
収骨しろ
Βουλητική
収骨しよう
Υποθετική (ば)
収骨すれば