っちめる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη συνήθως γραμμένο με κάνα επιπλήττω αυστηρά, βάζω στη θέση μου, κάνω έντονες παρατηρήσεις, μαλώνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
取っちめる
Παρόν (ευγενικό)
取っちめます
Άρνηση (απλή)
取っちめない
Άρνηση (ευγενική)
取っちめません
Παρελθόν (απλό)
取っちめた
Παρελθόν (ευγενικό)
取っちめました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
取っちめなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
取っちめませんでした
Τε-μορφή
取っちめて
Δυνητική
取っちめられる
Προστακτική
取っちめろ
Βουλητική
取っちめよう
Υποθετική (ば)
取っちめれば