取っつきやすい
επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα προσιτός, ευπρόσιτος, εύκολος στην προσέγγιση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 取っつきやすい
- Παρόν (ευγενικό)
- 取っつきやすいです
- Άρνηση (απλή)
- 取っつきやすくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 取っつきやすくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 取っつきやすかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 取っつきやすかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 取っつきやすくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 取っつきやすくなかったです
- Τε-μορφή
- 取っつきやすくて
- Υποθετική (ば)
- 取っつきやすければ
- Υποθετική (たら)
- 取っつきやすかったら