Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
取って付けたよう
とってつけたよう
取
取
と
って
付
つ
けたよう
άλλο, επίθετο
|
Μετάφραση από
JMdict
01
αφύσικος, τεχνητός, ψεύτικος, καταναγκαστικός (π.χ. χαμόγελο), κούφιος (π.χ. κομπλιμέντα)