ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γαντζώνομαι, κρατιέμαι σφιχτά, προσκολλώμαι
  2. 02 καταπιάνομαι, αρχίζω, ξεκινώ, αναλαμβάνω
  3. 03 καταλαμβάνω, στοιχειώνω, κυριεύω
  4. 04 προσεγγίζω (κάποιον), συναλλάσσομαι (με κάποιον)

Κλίση

Παρόν (απλό)
取っ付く
Παρόν (ευγενικό)
取っ付きます
Άρνηση (απλή)
取っ付かない
Άρνηση (ευγενική)
取っ付きません
Παρελθόν (απλό)
取っ付いた
Παρελθόν (ευγενικό)
取っ付きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
取っ付かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
取っ付きませんでした
Τε-μορφή
取っ付いて
Δυνητική
取っ付ける
Προστακτική
取っ付け
Βουλητική
取っ付こう
Υποθετική (ば)
取っ付けば