取っ払い
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 καθομιλουμένη πληρωμή τοις μετρητοίς, πληρωμή κάτω από το τραπέζι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 取っ払いする
- Παρόν (ευγενικό)
- 取っ払いします
- Άρνηση (απλή)
- 取っ払いしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 取っ払いしません
- Παρελθόν (απλό)
- 取っ払いした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 取っ払いしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 取っ払いしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 取っ払いしませんでした
- Τε-μορφή
- 取っ払いして
- Δυνητική
- 取っ払いできる
- Προστακτική
- 取っ払いしろ
- Βουλητική
- 取っ払いしよう
- Υποθετική (ば)
- 取っ払いすれば
- Υποθετική (たら)
- 取っ払いしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 取っ払いしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 取っ払いするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 取っ払いしなさい
- Παθητική
- 取っ払いされる
- Αιτιατική
- 取っ払いさせる