取っ組む
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 παλεύω, συμπλέκομαι, αναμετριέμαι, έρχομαι αντιμέτωπος
- 02 καταπιάνομαι (π.χ. με ένα πρόβλημα), αντιμετωπίζω, εργάζομαι σκληρά πάνω σε κάτι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 取っ組む
- Παρόν (ευγενικό)
- 取っ組みます
- Άρνηση (απλή)
- 取っ組まない
- Άρνηση (ευγενική)
- 取っ組みません
- Παρελθόν (απλό)
- 取っ組んだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 取っ組みました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 取っ組まなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 取っ組みませんでした
- Τε-μορφή
- 取っ組んで
- Δυνητική
- 取っ組める
- Προστακτική
- 取っ組め
- Βουλητική
- 取っ組もう
- Υποθετική (ば)
- 取っ組めば
- Υποθετική (たら)
- 取っ組んだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 取っ組みたい
- Απαγορευτική (~な)
- 取っ組むな
- Προστακτική (ευγενική)
- 取っ組みなさい
- Παθητική
- 取っ組まれる
- Αιτιατική
- 取っ組ませる