取りまとめる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συγκεντρώνω, μαζεύω, καταρτίζω, συναρμολογώ
- 02 διευθετώ, τακτοποιώ, επιλύω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 取りまとめる
- Παρόν (ευγενικό)
- 取りまとめます
- Άρνηση (απλή)
- 取りまとめない
- Άρνηση (ευγενική)
- 取りまとめません
- Παρελθόν (απλό)
- 取りまとめた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 取りまとめました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 取りまとめなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 取りまとめませんでした
- Τε-μορφή
- 取りまとめて
- Δυνητική
- 取りまとめられる
- Προστακτική
- 取りまとめろ
- Βουλητική
- 取りまとめよう
- Υποθετική (ば)
- 取りまとめれば
- Υποθετική (たら)
- 取りまとめたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 取りまとめたい
- Απαγορευτική (~な)
- 取りまとめるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 取りまとめなさい
- Παθητική
- 取りまとめられる
- Αιτιατική
- 取りまとめさせる