げる

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σηκώνω, παίρνω
  2. 02 υιοθετώ (μια πρόταση), αναλαμβάνω (ένα θέμα), δέχομαι, ακούω
  3. 03 διαφωνώ, κάνω θέμα, θίγω (ως σημείο κριτικής)
  4. 04 αναφέρω (νέα), καλύπτω, παρουσιάζω
  5. 05 αφαιρώ, κατάσχω, στερώ (από κάποιον), ανακαλώ, αποκλείω, ακυρώνω
  6. 06 ξεγεννώ (μια γυναίκα)
  7. 07 εισπράττω (φόρους)

Παραδείγματα

  • 先生せんせいほん取り上げるとりあげる

    Ο δάσκαλος παίρνει το βιβλίο.

  • その新聞しんぶん事件じけん取り上げるとりあげるました。

    Η εφημερίδα κάλυψε το περιστατικό.

  • そのけんについては、また後日ごじつ会議かいぎ改めてあらためて議題ぎだいとして取り上げるとりあげることにしましょう。

    Για αυτό το θέμα, ας το συζητήσουμε πάλι σε μια επόμενη συνάντηση ως θέμα προς συζήτηση.

Κλίση

Παρόν (απλό)
取り上げる
Παρόν (ευγενικό)
取り上げます
Άρνηση (απλή)
取り上げない
Άρνηση (ευγενική)
取り上げません
Παρελθόν (απλό)
取り上げた
Παρελθόν (ευγενικό)
取り上げました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
取り上げなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
取り上げませんでした
Τε-μορφή
取り上げて
Δυνητική
取り上げられる
Προστακτική
取り上げろ
Βουλητική
取り上げよう
Υποθετική (ば)
取り上げれば