かれる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καταλαμβάνομαι (από πνεύμα, δαίμονα κ.λπ.)
  2. 02 καταλαμβάνομαι (από μια ιδέα, ψευδαίσθηση κ.λπ.), εμμονικός

Κλίση

Παρόν (απλό)
取り付かれる
Παρόν (ευγενικό)
取り付かれます
Άρνηση (απλή)
取り付かれない
Άρνηση (ευγενική)
取り付かれません
Παρελθόν (απλό)
取り付かれた
Παρελθόν (ευγενικό)
取り付かれました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
取り付かれなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
取り付かれませんでした
Τε-μορφή
取り付かれて
Δυνητική
取り付かれられる
Προστακτική
取り付かれろ
Βουλητική
取り付かれよう
Υποθετική (ば)
取り付かれれば